Απόψεις - Συνεντεύξεις
"Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν λύση, οι Ρεπουμπλικάνοι τρελάθηκαν"

"Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν λύση, οι Ρεπουμπλικάνοι τρελάθηκαν"

  • 06 Νοεμβρίου 2012, 09:22

συνέντευξη του Μαρκ Λάιλα στην εφημερίδα Το Βήμα

Η ανταποκρίτρια του «Nouvel Observateur» συνάντησε προ ημερών στο Οχάιο μια εικόνα που δεν περίμενε: Η Νατασά Τατί έκανε λόγο στον δικτυακό τόπο του γαλλικού περιοδικού στις 25 Οκτωβρίου για ζευγάρια που τσακώνονταν μεταξύ τους, γείτονες που φοβούνταν να δηλώσουν τις πολιτικές απόψεις τους με τις πατροπαράδοτες πινακίδες στον κήπο και μια διάχυτη ένταση στην ατμόσφαιρα.

Η αμερικανική Πολιτεία θεωρείται η κρισιμότερη όσον αφορά την έκβαση των εκλογών της 6ης Νοεμβρίου μεταξύ του Δημοκρατικού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα και του Ρεπουμπλικανού διεκδικητή Μιτ Ρόμνεϊ: με όλες τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν αμελητέο προβάδισμα για τον έναν ή τον άλλον, τα όρια του στατιστικού λάθους αποτελούν απλώς ενέχυρα στη μάχη των εντυπώσεων. Ωστόσο, σκληρές αναμετρήσεις υπήρξαν και στο παρελθόν.

Η ιδιοτυπία των φετινών αμερικανικών εκλογών είναι ότι διεξάγονται σε κλίμα πρωτοφανούς πόλωσης. Και αυτό καθόλου δεν εκπλήσσει τον 56χρονο Μαρκ Λάιλα, διακεκριμένο καθηγητή Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, δοκιμιογράφο, τακτικό συνεργάτη των «New York Times» και μελετητή της σύγχρονης πολιτικής θεολογίας: την τελευταία δεκαετία κάτι έχει αλλάξει στην αμερικανική πολιτική.

Κάποτε στην Αμερική


Μια φορά κι έναν καιρό, όπως το θέτει ο Λάιλα, υπήρχαν δύο κόμματα με ιδέες και πρακτικά προγράμματα εφαρμοστέας πολιτικής. Σήμερα, το Δημοκρατικό Κόμμα «δεν έχει εναλλακτική λύση» και το Ρεπουμπλικανικό «έχει χάσει τα μυαλά του». Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι πολίτες του 21ου αιώνα αποσύρονται στο καθιστικό τους ή αδιαφορούν για την πολιτική -κάθε άλλο. Η τελευταία τετραετία είδε την οργάνωση δύο μαζικών κινημάτων σε αντίθετους πόλους του πολιτικού φάσματος: το Tea Party στα δεξιά των Ρεπουμπλικανών, το Occupy Wall Street στα αριστερά των Δημοκρατικών. Επιπλέον, οι εκλογείς προσέρχονται πλέον στις κάλπες σε σημαντικά μεγαλύτερους αριθμούς από ό,τι στο παρελθόν - το 2008 ψήφισαν 27 εκατομμύρια περισσότεροι ψηφοφόροι από ό,τι το 2000. Εδώ ίσως κρύβεται και ένας από τους παράγοντες της σημερινής πόλωσης: τόσο ο Τζορτζ Μπους όσο και ο Μπαράκ Ομπάμα έγιναν αντικείμενο όχι απλώς της αντίδρασης, αλλά του μένους της άλλης παράταξης.

Το ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον Μαρκ Λάιλα, έγκειται στην αιτιολογία του φανατισμού: «Και στις δύο περιπτώσεις, του Μπους και του Ομπάμα, το επίπεδο της οργής είναι υψηλό, υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά. Η οργή των προοδευτικών κατά του Μπους ήρθε ως αποτέλεσμα πράξεων: του πολέμου στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, της εγκαθίδρυσης του Γκουαντάναμο, της σύστασης ενός εσωτερικού μηχανισμού ασφαλείας με ελάχιστη εποπτεία, της υποχώρησης στα κελεύσματα της ακροδεξιάς πτέρυγας του κόμματός του στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, ενώ προεκλογικά παρουσιαζόταν ως κεντρώος Ρεπουμπλικανός.

Οι συντηρητικοί, από την πλευρά τους, δεν εξοργίζονται με πράγματα που έκανε ο Ομπάμα, αλλά με τα όσα φαντάζονται ότι θα έκανε αν μπορούσε. Έχουν κατασκευάσει μια φαντασίωση στην οποία ο Ομπάμα είναι το πιο πρόσφατο άβαταρ ενός ριζοσπαστικά εξισωτικού, αντικαπιταλιστικού προοδευτισμού που γεννήθηκε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και από τότε γίνεται ολοένα ισχυρότερος. Πρόκειται για μια ανάποδη ανάγνωση της αμερικανικής ιστορίας και αντιστροφή της εικόνας του Ομπάμα, ο οποίος είναι ένας Δημοκρατικός της μετά - Ρίγκαν περιόδου. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είχε κάποτε, στις δεκαετίες του '70 και του '80, σοβαρούς διανοουμένους, νεοσυντηρητικούς που είχαν σοβαρές ιδέες για τη δημόσια πολιτική, επιθυμούσαν να μεταρρυθμίσουν προς το καλύτερο το κράτος πρόνοιας, όχι να το εξαλείψουν. Σήμερα πλέον έχουν χάσει συλλογικά τα μυαλά τους».

Πού ακριβώς επιχείρησε να σταθεί ιδεολογικά ο Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια της θητείας του; «Ο Ομπάμα, όπως προανέφερα, είναι ένας Δημοκρατικός της μετά - Ρίγκαν εποχής, όπως ήταν και ο Μπιλ Κλίντον. Αυτό σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται πως το αμερικανικό κοινό είναι κατά βάση ατομικιστικό, τρέφει σεβασμό για τη θρησκεία, διακατέχεται από καχυποψία ως προς την κυβέρνηση και υποστηρίζει τη διατήρηση ενός ισχυρού στρατού. Ο Κλίντον είχε συνειδητοποιήσει ότι αν ικανοποιεί κανείς αυτές τις τάσεις της κοινής γνώμης, υπάρχει χώρος διαμόρφωσης των προοδευτικών πολιτικών που χρειάζεται η χώρα, μιλώντας μια γλώσσα κοντινή σε εκείνη του Ρόναλντ Ρίγκαν. Ο Ομπάμα υπήρξε προσεκτικός στο να κάνει ακριβώς αυτό, όχι όμως όσο προσεκτικός θα ήθελε η ριζοσπαστική δεξιά. Επιπλέον, η ιδιοσυγκρασία του προσεγγίζει τον εμπειρισμό, όχι τον ιδεαλισμό: δεν αγκιστρώνεται ιδεολογικά σε προοδευτικές πολιτικές που δεν λειτουργούν».

Δυσοίωνες προοπτικές

Για τον Λάιλα, οι δυσλειτουργίες της πολιτικής απαιτούν νέες ιδέες. Το 2010, αμέσως μετά τη νίκη των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο, επεσήμανε στην εφημερίδα New York Times ότι «στην αμερικανική πολιτική δεν γράφεται Ιστορία όταν ένας ηγέτης διατυπώνει επιχειρήματα ή ποζάρει για τον κοινό, γράφεται όταν αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές του».

Την τελευταία πεντηκονταετία, έγραφε, αυτό συνέβη δύο φορές μόνο: μία τη δεκαετία του '60 με την προοδευτική πλειοψηφία των Τζον Κένεντι και Λίντον Τζόνσον και μία τη δεκαετία του '80 με τη συντηρητική πλειοψηφία υπό τον Ρόναλντ Ρίγκαν. Η εποχή της Μεγάλης Ύφεσης και η ανάδυση του Tea Party έδειχναν, κατά την άποψή του, ότι η αμερικανική κοινή γνώμη ήταν έτοιμη για μια νέα αναδιάταξη. Στο ίδιο κείμενο παραδεχόταν, ωστόσο, ότι η συγκυρία ήταν δυσμενής για τον Ομπάμα, άρα οι πιθανότητες να την επιτύχει εκείνος αισθητά μειωμένες.

Δύο χρόνια μετά, σκέπτεται ότι ο όλος πολιτικός βίος των Δημοκρατικών, κατά την τελευταία τριακονταετία, είναι προβληματικός: «Αποτελεί έναν μετά - Ρίγκαν προοδευτισμό, παράδοση ή απλώς βραχυχρόνια στρατηγική; Νομίζω ότι αρχίζουμε πλέον να βλέπουμε ότι δεν προσφέρει σαφή εναλλακτική λύση - και κανένας πολιτικός των Δημοκρατικών δεν αρθρώνει μια τέτοια σήμερα. Οι ιδέες απλώς δεν υπάρχουν. Το Δημοκρατικό Κόμμα θα αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του κοινού μόνο αν βρει μια συνεκτική πρόταση απέναντι στις νέες μας πραγματικότητες: ένα παγκόσμιο οικονομικό κεφάλαιο που κρατά όμηρο την εθνική κυριαρχία ολόκληρων χωρών, πληθυσμούς σε διαδικασία γήρανσης, το πρόβλημα της υπογεννητικότητας, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, και μάλιστα όχι λιγότερο από την Ελλάδα, τολμώ να πω, βρίσκονται εν αναμονή κάποιου που να μπορεί να προτείνει λύσεις για τα μεγάλα ζητήματα, σχηματίζοντας μια συνεκτική πολιτική άποψη η οποία δεν θα παραγνωρίζει την πραγματικότητα».

Πρακτικά μιλώντας, ωστόσο, από τις εκλογές της ερχόμενης Τρίτης θα προκύψει ένας νικητής. Αν αυτός είναι ο Μπαράκ Ομπάμα, η εικόνα δεν θα μεταβληθεί σημαντικά. Η δεύτερη θητεία των προέδρων σπάνια διαφέρει δραστικά από την πρώτη -και το παρωνύμιο του σημερινού προέδρου είναι «Νo Drama Obama». Αν, από την άλλη πλευρά, επικρατήσει ο Μιτ Ρόμνεϊ, ποια ομάδα των Ρεπουμπλικανών μεταξύ κατεστημένων κομματικών, νεοσυντηρητικών, ριζοσπαστών δεξιών, θα επιβάλει την ιδεολογική της κηδεμονία στην κυβέρνηση; «Αυτό είναι ένα εξαιρετικό ερώτημα, το οποίο δεν θέτουν στον εαυτό τους αρκετοί από όσους πρόκειται να ψηφίσουν», λέει ο Λάιλα.

«Πιστεύω ότι, όπως και ο Μπους με τους τότε συντηρητικούς, ο Ρόμνεϊ θα υποχρεωθεί σε γονυκλισίες μπροστά σε διάφορα είδωλα του Tea Party, αν και κατανοεί ότι οι πολιτικές και οι υπολογισμοί τους δεν είναι ρεαλιστικοί ούτε στο ελάχιστο. Αρα, προβλέπω μία από τα ίδια με το παρελθόν. Πολύ πιο σημαντικό είναι τι θα πράξει ο Ρόμνεϊ στην εξωτερική πολιτική και στον διορισμό νέων δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σε αυτά τα ζητήματα θα δούμε την επιστροφή των πιο σκληροπυρηνικών και κυνικών νεοσυντηρητικών και μια πολύ πιο ειλικρινή δειλία απέναντι στις πολιτικές του συντηρητικού κυβερνώντος κόμματος Λικούντ στο Ισραήλ. Και αυτές οι προοπτικές είναι που με φοβίζουν περισσότερο στον δρόμο προς τις επερχόμενες εκλογές».

Συναίσθημα και πολιτική

Επιστρέφοντας στο αίτημα της πολιτικής αλλαγής, βλέπει διαφορά στην αντιμετώπισή της σε ΗΠΑ και Ευρώπη;

«Παλαιότερα θα σας έδινα μια στερεότυπη απάντηση, η οποία θα ήταν κάπως έτσι: Οι Αμερικανοί θεωρούσαν πάντοτε ότι μπορούν να μετασχηματίσουν ολοκληρωτικά την προσωπική τους ζωή μέσω της προσπάθειας ή της θρησκείας, διακρίνονταν όμως από σκεπτικισμό αναφορικά με τη δυνατότητα ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής. Οι Ευρωπαίοι λειτουργούσαν με τον αντίθετο τρόπο: πίστευαν ότι η πολιτική επανάσταση ήταν όχι μόνο δυνατή, αλλά και ευκταία, δεν είχαν όμως ψευδαισθήσεις αναφορικά με την πιθανότητα απόκτησης μιας "νέας ζωής" σε προσωπικό επίπεδο. Οι Αμερικανοί δεν έχουν μεταβάλει τη στάση τους, το έκαναν όμως οι Ευρωπαίοι. Δεν πιστεύουν πλέον σε κανένα είδος αλλαγής, γι' αυτό και όλοι στην Ευρώπη βρίσκονται σε καθεστώς κατάθλιψης!».

Τα συναισθήματα, άλλωστε, μετρούν στην πολιτική. Ο Μαρκ Λάιλα είναι πεπεισμένος ότι ένας ηγέτης οφείλει να απευθύνεται όχι μόνο στο συμφέρον, αλλά και στο θυμικό των πολιτών - «Obama and the Passions» τιτλοφορούνταν το προαναφερθέν άρθρο του στην εφημερίδα New York Times. Το πάθος όμως οδηγεί ενίοτε στον φανατισμό, και έτσι βρισκόμαστε ξανά στην αφετηρία της συζήτησης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το πολιτικό λεξιλόγιο ξεχειλίζει από προσβλητικά επίθετα, στην Ευρώπη τα πολιτικά επιχειρήματα τείνουν να εκφυλιστούν στην απαγγελία στεγνών αριθμών και ξερών δεδομένων. Και αμφότερες παραμένουν στην αίθουσα αναμονής μιας νέας σύνθεσης: «Ξέρετε, ο Καντ έγραφε ότι "ο στοχασμός χωρίς περιεχόμενο είναι κενός, η διαίσθηση χωρίς τις έννοιες είναι τυφλή". Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην πολιτική: τα δεδομένα χωρίς πάθος είναι κενά, το πάθος χωρίς δεδομένα είναι τυφλό».

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Άλλα Άρθρα από Απόψεις - Συνεντεύξεις




cron